Μια γιαγιά από τη Σμύρνη.


{ Τετάρτη απόγευμα,μιας κουραστικής μέρας.
Η μέρα στο γραφείο,ήταν εξαντλητική.
Επιτέλους σπίτι!
Εκεί με περίμενε ,
μια αναπάντεχη επίσκεψη.
Η νονά της μαμάς μου, που ήταν από την Σμύρνη.
Κοντεύει τα  100,μπορεί και παραπάνω,αλλά κρατιέται καλά.
Χαμογελαστή και με μάτια,γεμάτα αγάπη.
Την έφερε η κόρη της,για να δει την αναδεχτή της.
Απόγευμα κι η μητέρα μου,
έχει σερβίρει αχνιστό ελληνικό καφέ στην γερόντισσα και της κάνει παρέα,χαζεύοντας ,στη τηλεόραση το αγαπημένο της τούρκικο σίριαλ( φανατική τηλεθεάτρια,του συγκεκριμένου).
Εγώ,προτιμώ να χαλαρώσω με ελληνική μουσική.
Ανοίγω το ράδιο …
» Η Σμύρνη,μάνα, καίγεται….καίγεται… και το βιός μας».
Η γερόντισσα,σε συνδυασμό των  τούρκικων λέξεων και αυτού του τραγουδιού,αναστατώνεται…συνοφρυώνεται.
Παραξενεύτηκα,η μάνα μου άρχισε να ανησυχεί,ρωτώντας την με στοργή και συμπόνοια.
» Νονά μου…τι συμβαίνει;…..τί έπαθες;…να φωνάξουμε τον γιατρό που μένει από πάνω μας;…να καλέσουμε την κόρη σου;…»
Η γερόντισσα,άλλαξε χρώμα…
Σαν να την έλουζε κρύος ιδρώτας.
Δεν απαντούσε…
Η μάνα μου,πήρε το τηλέφωνο και προσπαθούσε να καλέσει το γιατρό,λέγοντάς μου…»μεγάλη γυναίκα,είναι,έχει προβλήματα».
Η κυρά – Σουμέλα,αναστέναξε μ’ έναν καημό κι  ένα σκοτείνιασμα στο βλέμμα της.
» Νονά μου….είσαι καλά;….» ξαναρώτησε η μάνα μου, ενώ εγω παρακολουθούσα ,αμήχανα.

«Ήταν Αύγουστος…
Ο στρατός γύρισε πίσω…όπως και οι μεγάλοι…η απελευθέρωση…που τόσο πολύ ποθούσαμε κρυφά..και μας έκαναν να πιστέψουμε ότι θα ζήσουμε επιτέλους λέφτεροι…στον τόπο μας…στη Σμύρνη…τελικά ήταν όνειρο….μόνο ένα όνειρο…
Όλη η Σμύρνη καίγεται…ο  γείτονάς μας,είπε στον πατέρα μου πως Τούρκοι στρατιώτες,περιέλουζαν,με πετρέλαιο,τα ελληνικά κι αρμένικα σπίτια.
Η τουρκική συνοικία,παραμένει ανέπαφη,του είπε,εμάς καίνε…
Καίγεται….η Σμύρνη καίγεται…
Η πόλη μας….η πλούσια αυτή πόλη…που αποτελούσε το μεγαλύτερο εμπορικό λιμάνι….όλες οι τέχνες γνώρισαν άνθιση..
Οι δρόμοι της…οι δεξιώσεις που έκαναν σχεδόν όλοι…τίποτα δεν μας έλειπε….ό,τι ήθελες,μπορούσες να το βρείς στη Σμύρνη…απ’ όλα τα μέρη της γής
Οι Τούρκοι δεν έβλεπαν με καλό μάτι  την ανάπτυξη της Σμύρνης.
Ήθελαν να έχουν τον πλήρη έλεγχο.
Εμείς ζούσαμε…ήσυχα…αρμονικά,οι μεγάλοι τα ‘κάναν όλα…
Κι η Ελλάδα,θ’ ανερχόταν σε μεγάλη δύναμη…κι οι φίλοι μας…οι Ευρωπαίοι,που θα βοηθούσαν…κι εμείς…τους πιστέψαμε..πιστέψαμε τους υποκριτές …τους Φαρισαίους…
Τ’ αργύρια..όλα γι αυτά γίνονται…αυτά σταυρώσαν το Χριστό…γι αυτά κι η Σμύρνη….
Για το Σταυρό,δεν θα μας θέλανε,εκεί…γι αυτό την κάψανε….για να μην ξαναγυρίσουμε ποτέ..να έχει μόνο τζαμιά…
Όλη η Σμύρνη καίγεται…ουρλιάζει….αργοπεθαίνει…..
Ωωωωωχ ,Παναΐα μ’ Σουμελά…
Τσέτες ,άρχισαν απ’ το πρωί,τις σφαγές…τις λεηλασίες,τα κορίτσια κι οι γυναίκες….ατιμάζονται…βιάζονται!
Η ξαδέρφη μου ,20 χρόνω’,πανέμορφη….ντύθηκε σαν γριά,γανώθηκε, για να γλυτώσει το ατίμασμα.
Πολλές,προτίμησαν το θάνατο,απ’ την ατιμία.
Ο κόσμος μάζευε,ό,τι μπορούσε,θυμάμαι η μάνα μου,έκρυψε τις λίρες,στο διπλό πάτο ,η θειά μου,έβαλε τα χρυσαφικά της  και τα εικονίσματα…στα ρούχα της.
Τα εικονίσματα,πάση θυσία τα διέσωσαν…ενώ οι παπάδες ,μαρτύρησαν στα χέρια των στρατιωτών…κι ο μητροπολίτης,στα χέρια του όχλου…
Άλλες κρύβονται στα μνήματα…
Μας είπαν οτι θα μας περιμένουν καράβια,στο λιμάνι,να μας πάρουν…
…..
Θυμάμαι η μάνα μου,μου έδεσε τα μάτια και με τράβαγε για το λιμάνι….παντού μύριζα καπνό δεν έβλεπα…
Περπατούσα βιαστικά…κρατώντας το χέρι της μάνας μου σφιχτά….σκοντάφτω παντού και συνέχεια….ο δρόμος…έχει εμπόδια….δε ξέρω που σκοντάφτω….δε βλέπω….
Ακούω κραυγές,ουρλιαχτά…παρ’ όλο που τ ‘ αυτιά μου είναι καλυμμένα με κερί, μα…εγώ ακούω…σπαρακτικές φωνές.. που μετά από λίγο σταματούν…αλλά ξεπετάγονται άλλες καινούργιες…πιο πολλές….χιλιάδες…από παντού…
Μάλλον φτάσαμε στο λιμάνι…με πάταγαν, πατούσαν πάνω μου, αλλά η μάνα μου με δύναμη,με τράβηξε…
Οι λίρες,έγιναν το μέσο για τη σωτηρία.
Μπήκαμε στο πλοίο ,μαζί με άλλους .
Το καράβι όμως δεν έφευγε,από κεί..προχωρούσε λίγο και σταμάταγε… έβρισκε εμπόδια…παντού,όπως στο δρόμο….
Επιτέλους….η μάνα μου,έβγαλε το μαντήλι απ’ τα μάτια μου….έβλεπα…τη Σμύρνη από μακριά πνιγμένη στους καπνούς…όπως κι άλλα καράβια..από μακριά να…παρακολουθούν….το» θέαμα»…
Χωρίς να βοηθάνε,δεν πλησιάζουν..
Πολλοί στο ταξίδι,ρίχνονταν στη θάλασσα …για να μην κολλήσουμε….είπαν.
Μια μάνα ,στην αγκαλία  της κρατά σφιχτά,ένα μαξιλάρι τυλιγμένο,με παιδική,πλεχτή κουβέρτα…και έκλαιγε και χτυπιόταν…
Άλλοι,κοιτάζαν  με απλανές βλέμμα…λέγοντας ασυναρτησίες..λες και βγήκαν από…όνειρο…
Φτάσαμε στο λιμάνι….νηστικοί,άπλυτοι….κουρελιασμένοι….
Η μάνα μου έκανε το σταυρό της κλαίγοντας…» Δόξα την Παναΐαν»,έλεγεν μ αναφιλητά.
Σ’ όλο το ταξίδι άκουγα τους λυγμούς της…ο πατέρας μας δεν ήταν μαζί μας..τον πήραν στρατιώτες,στα τάγματα εργασίας…ρώτησα τί ήταν αυτά…μου είπαν..όταν ξανάρθουμε στην πόλη μας,θα βρούμε και το πατέρα μας ,να μας περιμένει…να ξαναχτίσουμε το σπίτι μας.
Ένιωσα βλέμματα περιφρόνησης πάνω μου…
Κάποιοι άνθρωποι,μας έδωσαν ξύλα..σανίδια…
Οι άντρες,ανάμεσά τους κι ο θείος μου,άρχισαν να δουλεύουν αμέσως …
Κι έφτιαξαν καλύβες να μείνουμε.
Το χειμώνα κρυώναμε…
Μας κοιτούσαν,αυτοί οι άνθρωποι…περίεργα και μας φώναζαν …»τουρκόσπορους.»..
Ο θείος μου,εξοργίστηκε τόσο μ ‘ αυτήν την κουβέντα.
Και τους μεγάλους,έτσι τους φώναζαν…
Αλλά,όλοι υπέμεναν τέτοια σχόλια…ελπίζοντας οτι θα ξαναγυρίσουν στην πατρίδα τους…
Γιατί,εκεί,ήταν η πατρίδα τους,έλεγε …..εδώ είμασταν πρόσφυγες….τα ίδια μας…τ’ αδέρφια
(Έλληνες της κυρίας Ελλάδας
),μας αποκαλούν ξένους…πρόσφυγες..
Μετά από καιρό,μας δώσανε,σπίτια πέτρινα….( το κράτος)
Μεγάλο βοήθημα,είπε ο θείος μου.
Όταν μεγάλωσα ,είχα ακόμα την απορία…τί δεν έπρεπε να δω…τί δεν έπρεπε ν ‘ ακούσω τότε.. πού σκόνταφτα…αν και άκουγα..αυτές τις φωνές,που αμυδρά θυμόμουν,ήρθαν πάλι στ αυτιά μου…
Ούτε τότε μου είπαν…
Μετά απο καιρό μου εξήγησαν κι έμεινα ακίνητη,να κλαίω μ αναφιλητά και για μέρες…
Και τότε εκλαιγα…αλλά από φόβο…
Η τουρκική θηριωδία…η κτηνωδία τους,ξεπερνά και την πιο αρρωστημένη φαντασία…
Η κόλαση…μπροστά σε κείνα που έκαναν οι Τσέτες,φάνταζε…παράδεισος…
Κανένας νούς δε μπορεί να χωρέσει αυτά που έγιναν εκεί…τότε..
Μόνο το ένα μικρό ποσοστό,γλύτωσε….»
Έμεινα,παγωμένος  από αυτά που περιέγραφε η γερόντισσα νονά.
Ευτυχώς,που ήταν παιδί και δεν καταλάβαινε…η μανία των Τούρκων,θανάτωνε και παιδιά.
Ευτυχώς,που τα μάτια της ήταν κλειστά και δεν έβλεπε … Και δεν άκουγε στην πραγματική ένταση,των κραυγών.
Είχα διαβάσει ιστορία και ήξερα γιατί μιλούσε..δεν περίμενα να τα θυμάται..δεν φανταζόμουν,οτι το τούρκικο σίριαλ,θα της ξυπνήσει τόσο έντονα,μνήμες εφιαλτικές.»}
Όχι!Δεν είναι αφήγηση,πραγματική.
Αλλά δεν είναι είναι προΐόν της φαντασίας μου.
Είναι η Ιστορία!
Μόνο!
Το τι συνέβη,τότε…που κάποιοι έγραψαν για…συνωστισμό.!!!
Είναι η Ιστορία,που βολεύει πολλούς, να  ξεχάσουμε!

Απέκρυψα κάποιες πολύ σκληρές περιγραφές.όχι για να τους δικαιολογήσω,απλά δεν άντεχα
Αλλά δεν τα ξεχνάμε,δεν τα προσπερνάμε.
Δεν ξεχνάμε το ρόλο των» φίλων» μας,(μη βιαστείτε να με χαρακτηρίσετε φασίστρια).
Δεν ξεχνάμε τί έκαναν οι Τούρκοι,παρ’ οτι στα σχολεία τους,τα παραλείπουν.
Δεν τ ‘ αναφέρουν».
Μετά από τόσα χρόνια ,οι δύο χώρες,έχουν φιλικές σχέσεις…

Κι αν εμείς ξεχνάμε,αυτοί οι άνθρωποι,δεν ξεχάσουν..μερικοί ζούν.
Αυτοί οι άνθρωποι,ξεκίνησαν με ηθικό τσακισμένο και μέσα από τις στάχτες..ερχόμενοι από μία κόλαση… ξαναγεννήθηκαν.
Ξεκινώντας από το μηδέν ,υπομένοντας,τ’ απαξιωτικά σχόλια και συμπεριφορά  των «γνήσιων» παιδιών της Ελλάδος,με σκληρή δουλειά,έφτιαξαν ξανά… περιουσίες.
Μετέδωσαν τον πολιτισμό τους, στην φρεσκοξυπνημένη-από το λήθαργο της τουρκοκρατίας-Ελλάδα.
Σήμερα,αν και ενσωματώθηκαν με τους υπόλοιπους Έλληνες,για πολλούς,παραμένουν…πρόσφυγες!

Advertisements

Εσείς τι λέτε σχετικά με αυτό;

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s