Ο γιος της νεράιδας σελ.1


Ξηρόμερο,1830 περίπου,σ’ ένα πέτρινο δίπατο σπίτι χωρίς τζάμια…γλυκοχαράζει κι η θεια- _Βασίλαινα βγάζει το ψωμί από το φούρνο.
Όλη νύχτα ξύπναγε για να είναι έτοιμο την αυγή.
Στις 8 ανάπιασε το προζύμι,μεσάνυχτα το ζύμωσε στη μεγάλη ξύλινη σκάφη,κατά τις δύο το έβαλε στα νταβάδια και στις τέσσερις το φούρνισε..στον φούρνο που η ίδια έφτιαξε με μελίστρα και κεραμίδια.
Και τα φρύγανα αυτή τα κουβάλησε από την πέρα ράχη το απόγευμα.
Κάθε της μέρα,έτσι είναι…σε λίγο πρέπει να φύγει για τα χωράφια,να θερίσουν…

Χήρα,ντυμένη στα κατάμαυρα,μέχρι και το σπίτι έβαφε τα πρώτα χρόνια μαύρο,έχοντας ως προστάτη τον αδερφό του άντρα της,μένοντας στο ίδιο σπίτι με τη γυναίκα και τα τρία παιδιά τους,την πεθερά της και το μονάκριβό της γιο Δημήτρη.
Έμεινε νέα χήρα,μόλις 22 μ’ ένα παιδί πέντε ετών.
Δύσκολα για κείνη,αλλά ο Στράτος- κουνιάδος της- στάθηκε δίπλα τους.
– Χρηστάκη,σύρε το ψωμί στο Δ’ μήτρη,πρέπει να φύγουμε εμείς για τα χωράφια…γιόμα κοντεύ(ει)….
– Τώρα…τα παπούτσια μ ‘ να βρω…
Ο ήλιος βγήκε για τα καλά,Ιούνιος,ο μήνας του θέρου…όλοι βρίσκονται στα χωράφια του Βάτου,φωνές,γέλια,πειράγματα και τα πιτσιρίκια να σκαρφαλώνουν πάνω στα ποστιασμένα στάχυα…
Ο μικρός Χρήστος κολατσίζει μαζί με το Δημήτρη,αχνιστό ζυμωτό ψωμί με λίγη φέτα,αγναντεύοντας τον κάμπο…
Σηκώθηκε …έπρεπε να φύγει,να πάει στον κάμπο να βοηθήσει..
Ροβόλησε τον κατήφορο,πειράζοντας τον ξάδερφό του…
– Ωρέ Δμήτρη,γεννήθηκες τη μέρα της Λαμπρής.
Ο Δημήτρης του χαμογέλασε,δεν είχε πολλές κουβέντες,λίγες και σοφές,σαν να’ ταν γέροντας..
Είκοσι χρονώ κοντεύει,ψηλό,γεροδεμένο΄σωστό  παληκάρι.Όλο το χρόνο δουλεύει και τώρα φυλάγοντας τα πρόβατα να μην » πέσουν» στα σιτάρια,έκοβε ξύλα με το τσεκούρι του για το χειμώνα.
Ο μικρός δίκαια καθυστερούσε να φύγει…
Ήταν τόσο όμορφα εκεί πάνω…
Κάτω από τα δροσερά πλατάνια,δίπλα στα κρυστάλλινα νερά της πηγής και την όμορφη εικόνα
να δένει με αρμονία του τραγούδι τ’ αηδονιού.
Ντάλα μεσημέρι

…το λιοπύρι ανάγκασε τα πρόβατα να αναζητήσουν ίσκιο.
Έτσι,ο Δημήτρης θα μπορούσε να κοιμηθεί,μέχρι τα ξημερώματα νυχτοβόσκαγε το κοπάδι.
Κάτω από έναν πυκνό ίσκιο,με στρώμα τα πλατανόφυλλα,με το μελωδικό νανούρισμα των πουλιών αποκοιμήθηκε….
Μια διαφορετική μελωδία,απολύτως εναρμονισμένη με το τραγούδι της φύσης,άνοιξε σιγά σιγά τα βλέφαρά του.
Παραξενεύτηκε,προσπάθησε να κατανοήσει το πρωτόγνωρο άκουσμα..
Σκέφτηκε τα ισκιωτικά που του έλεγε η γιαγιά του,αλλά εκείνα δεν τραγουδάνε..
Η μελωδία μούδιασε το κορμί του…τί όμορφα που ένιωθε,σαν να τον μάγεψε.
Σηκώθηκε για να δει από πού έρχεται…περπατούσε σιγά,αλαφρά,ανάμεσα στα δέντρα…
Μαγεμένος με την περιέργεια να τον βιάζει,αλλά το μυαλό να τον συμβουλεύει να καρτεράει….
Πλησίαζε προς την πηγή,από κει ερχόταν το τραγούδι…ξεχώριζε πλέον και γυναικείες φωνές..
Μα πώς;η Λένη τα πήγε στη πέρα ράχη τα μανάρια της και σιγά μην είχε τόσο γλυκιά φωνή,τώρα ξεχώριζε και φιγούρες…γυναικείες…
Ένα παραπάτημα τον πάγωσε,θα φανέρωνε την κρυψώνα του.
Πρέπει να δω,σκεφτόταν κι άρχισε να σέρνεται κάτω από τους θάμνους.
Παραμέρισε τις φυλλωσιές…και…έμεινε άφωνος…
Τί όμορφο θέαμα,σαν από παραμύθι να ναι βγαλμένο…
Μα δεν μπορεί σκέφτηκε..παιχνίδια του μυαλού θα είναι.
Έμεινε εκεί για αρκετή ώρα μαγεμένος .
Έξι πανέμορφα νεαρά κορίτσια με άρωμα μεθυστικό και διάφανα πέπλα φτιαγμένα από μετάξι,με απαλές ροζ και μωβ αποχρώσεις,σαν να ταν από αγριοτριαντάφυλλα πλεγμένα.
Χόρευάν και τραγουδούσαν δίπλα στην πηγή…
Αφήνοντας τα πέπλα και τα ρούχα τους δίπλα,μπήκαν στη λίμνούλα…
Νεράιδες!!!

‘*μανάρια=μικρά αρνιά ή κατσίκια  που εκτρέφονται χωριστά από το κοπάδι

Advertisements

Εσείς τι λέτε σχετικά με αυτό;

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s