«Ο γιος της νεράιδας » σελ.10


Μετά από λίγες μέρες,η νεράιδα κι ο Δημήτρης παντρεύτηκαν.
Τα στέφανα φτιαγμένα με άνθη λεμονιάς και το νυφικό της,βγαλμένο από παραμύθι,ολόλευκο,μεταξωτό,δώρο των Νυμφών και της μητέρας της ,της Φύσης.
Όλοι θαμπώθηκαν από την ομορφιά της …κι εκείνος έλαμπε δίπλα της.

Αλλά κι η φύση εκείνη τη μέρα είχε γιορτή,μια ηλιόλουστη μέρα στην καρδιά της Άνοιξης,ολάνθιστα λιβάδια  με τις ευωδιές των λουλουδιών να ραντίζουν τους νεόνυμφους…
Πόσο ευτυχισμένοι ήταν!Το πιο όμορφο ζευγάρι!
Η Σίνια μέρα – μέρα γινόταν όλο και καλύτερη στις δουλειές,κάτι που προκάλεσε τη ζήλεια της πεθεράς της.
Όλο το χωριό,μαγεύτηκε απο την νεράιδα,τόσο ευγενική,πάντα χαμογελαστή ακόμα κι όταν το κορμί της,ήταν διαλυμμένο από την κούραση.
Μια μελωδική καλημέρα,ένας γλυκός χαιρετισμός,πάντα πρόθυμη να βοηθήσει,την έκαναν ιδιαίτερα αγαπητή.
Όλες ζήλευαν τη Βασίλαινα που είχε τέτοια νύφη.Εκείνη όμως άφριζε,δεν μπορούσε να ανταποδώσει όσα πέρασε από τον άντρα της υπό την καθοδήγηση της πεθεράς της.
Κι ο Δημήτρης,δεν της έβρισκε αφορμή για καυγά,αντίθετα,έπλεε σε πελάγη ευτυχίας.
Κι η Βασίλαινα πάντα νευρική,ξέσπαγε άδικα στην νεαρή κοπέλα.
Ακόμα κι όταν έγκυος,η Σίνια έκανε όλες τις δουλειές,σ’ όλα πρώτη,στον αργαλειό,στο πλέξιμο,στο ζύμωμα… ατέλειωτες δουλειές κι όλες έτοιμες στην ώρα τους.
Ο Στράτος πηγαίνει στο σπίτι της μαμής.
– Κυρά- Λενιώ ξύπνα! Η Σίνια…
– Μια στιγμή να βάλω το μαντήλι μου,αχ!Παναγιά μου,να πάνε όλα καλά!Με το καλό!Ήρθε η ώρα.
Βραστό νερό,πετσέτες καθαρές …. γυναίκες μαζεύτηκαν στο σπίτι,για συμπαράσταση.
Χωρίς φάρμακα,χωρίς ιατρική βοήθεια…οι γυναίκες να σταυροκοπιούνται,με μια έντονη ανησυχία…δεν ήταν εύκολη γέννα κι ο Δημήτρης,ακούγοντας τις φωνές της,αψήφισε τις κουβέντες τους,μπήκε μέσα,δίπλα στη γυναίκα του κι ας τον κορόιδευαν,δεν τον ένοιαζε τί έλεγαν…εκείνη είχε την ανάγκη του…έπρεπε να είναι δίπλα της.

Στη σκεπή καθισμένη μια κουκουβάγια-κακό σημάδι,θανατικό σημαίνει…οι ηλικιωμένες ξόρκιζαν το κακό με λιβάνι …
Η παρουσία του ήταν βάλσαμο για κείνη,το μωρό ερχόταν ανάποδα κι οι πόνοι ήταν αβάσταχτοι,η μαμή της έδωσε μαχαίρι για να δαγκώνει….μια μάχη μόνο για κείνη.

Οι φωνές της ράγιζαν και τις πέτρες,μόνο η Βασίλαινα στεκόταν ατάραχη,σαν να μη πέρασε κι αυτή τα ίδιαστη γέννα του γιου της όταν την κρέμασαν από το ταβάνι με σχοινιά από τους ώμους για να κατέβει το παιδί…πόσο υπέφερε το ξέχασε; ξέχασε και την αδερφή της που πέθανε πάνω στη γέννα,η ίδια η ζωή την έκανε σκληρή.

Παράξενη νύχτα,τα σκυλιά γρυλίζουν,θόρυβοι αλλόκοτοι,ήταν οι Νύμφες που προσπαθούσαν να δώσουν στο Δημήτρη,τα βότανα της μητέρας Φύσης,βότανα ειδικά για τους πόνους,για πιο ανώδυνο τοκετό.

Όμως δε γνώριζε τη γλώσσα τους,δεν μπορούσε να τις ακούσει ήταν δίπλα στη Σίνια.μέχρι που κάποια στιγμή βγήκε.

Μια Νύμφη,το ρίσκαρε κι εμφανίστηκε,θέτοντας τη ζωή της σε κίνδυνο,τα ξωτικά παραμόνευαν ,είχαν εντολή ν’αφήσουν τη Σίνια αβοήθητη,οι νεράιδες όμως παράκουσαν ,ήταν εκεί,όπως και στο γάμο δίπλα της, αόρατες.

-Πάρε αυτά ,βάλ΄τα να βράσουν  και δώσ΄της τα…βιάσου.αρκετά υπέφερε.

Ο Δημήτρης δίσταζε μα..δεν είχε κι άλλη  επιλογή,αν δεν ερχόταν το μωρό η μαμή θα διακινδύνευε τη ζωή της Σίνιας…δεν θα το άντεχε με τίποτα να τη χάσει.

Μετά από μισή ώρα ένα  μελωδικό κλάμα ακούστηκε,το θαύμα της ζωής που αφήνει πάντα όλους έκπληκτους, επιτέλους ο καρπός της αγάπης τους, ένα υγιέστατο πανέμορφο αγοράκι ολόιδιο η Σίνια..

Το άφησαν για λίγο στην αγκαλιά της Σίνιας  να ησυχάσει ακούγοντας τους χτύπους της καρδιάς της,ήταν τόσο ευτυχισμένη ,το κορμί της όμως δεν άντεξε,μετά τις φροντίδες της μαμής,αποκοιμήθηκε,ταλαιπωρήθηκε ένα μερόνυχτο.

Αερικά  αιωρούνταν πάνω από το σπίτι για σαράντα μέρες,η Σίνια δε έπρεπε να βγει έξω, την τρίτη μέρα οι Μοίρες επισκέφθηκαν τα μεσάνυχτα το μωρό.Μαγεμένες από την ομορφιά του ,όρισαν τις μέρες του,την πορεία του κι έφυγαν χωρίς να γίνουν αντιληπτές αθόρυβα μέσα στη νύχτα.

Τι να αποφάσισαν άραγε; ποιος ξέρει; μόνο εκείνες…

Το λιβάνι κράταγε μακριά από το σπίτι τα κακά πνεύματα που παραμόνευαν να μολέψουν την αγνή ψυχή του μωρού κι ο Δημήτρης γυρνώντας από το βουνό ,πριν μπει στο δωμάτιο της λεχώνας τον θυμιάτιζαν ν’αφήσει έξω τα δαιμόνια.

Έπρεπε να  τα προσέχουν τα ρούχα του μωρού και της λεχώνας τ’άπλωναν και τα μάζευαν πριν τη δύση του ήλιου.

Κι η μητέρα Φύση παράκαιρα ,έκανε να φυτρώσουν λάχανα που φέρνουν γάλα στη λεχώνα…

Το μωρό θρέφονταν αποκλειστικά από τη μητέρα του…μεγάλωνε πιο γρήγορα από τ’άλλα παιδιά.

Advertisements

Εσείς τι λέτε σχετικά με αυτό;

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s