Πεϊνιρλί

wpid-imag4999.jpgwpid-imag4997.jpgwpid-imag4997.jpgΓια τη ζύμη:
1 1/2 νερό βραστό
1 κούπα γάλα
2 1/2 κουτ.γλ.αλάτι ψιλό
1 κουτ.γλ.ζάχαρη
1/4 κούπας λάδι
αλεύρι 1 κιλό περίπου

Για τη γέμιση :
Με κιμά:
1/2 κιλό κιμά ανάμεικτο
1 μεγάλο κρεμμύδι
1/2 κουτ.γλ.κύμινο
1 κουτ.γλ.αλάτι
πιπέρι,
3-4 φύλλα μέντα ψιλοκομμένα
2 κουτ.σούπας  διπλής συμπυκνώσεως χυμό ντομάτας
1/4 ποτήρι λάδι

400 γρ.τυρί τριμμένο
Με αλλαντικά : 400 γρ. πάριζα
500 γρ.τυρί τριμμένο

Πως τα φτιάχνουμε.
Διαλύουμε  τη μαγιά σε μισή κούπα ζεστό νερό μαζί με ένα κουταλάκι ζάχαρη και 4 κουτ.σούπας αλεύρι.
Σε μια λεκάνη βάζουμε με τα υγρά κι έπειτα το αλεύρι ώσπου να γίνει μια εύπλαστη ζύμη.
Αφήνουμε να διπλασιαστεί.
Ετοιμάζουμε τον κιμά (αν τα φτιάξουμε με κιμά)
Κόβουμε ένα μπαλάκι από τη ζύμη σε μέγεθος μικρού πορτοκαλιού κι ανοίγουμε στενόμακρο φύλλο.Βάζουμε μια γεμάτη κουταλιά κιμά και άλλη μία τυρί.
Κλείνουμε βρέχοντας τις άκρες σαν βαρκούλες.
Ψήνουμε σε προθερμασμένο φούρνο για 20-25 λεπτά.

Advertisements

Το ταξίδι της επιστροφής.

Λιγόστεψε σιμώνοντας,πολύωρο το ταξίδι
image

φτάνοντας στο Ξηρόμερο σε τόπους ποθητούς ,
εκεί όπου μεγάλωσες μα αλάργεψες  σε τόπους μακρινούς ,απ’ την ηχώ των Σειρηνών και σ’ άλλων  το βιος αντρίεψες και ‘ κει ξανά αναστήθης.
Ποτέ σου όμως δεν τους πόθησες όπως αυτά τα μέρη με τ’ άγρια ,κακοτράχαλα κι απόκρημνα βουνά ,γης που σε δοκίμαζε τα σκήπτρα να σου δώσει απο γονιούς παλιούς σαν παίρνει τη σκυτάλη ψάχνοντας τέκνα άξια εκεί για να τη δώσει,γενιές έτσι θεριεύοντας σε δύσκολους καιρούς.
Κι όσο εσύ την πάλευες εκείνη αντιστεκόταν
κι έσφιγγε σπέρνοντας παντού πέτρες,ζιζάνια και σκορπιούς.
Μα στην πολλή  σου επιμονή
στο ματωμένο ιδρώτα που πότιζαν τα χώματα  σαν θόλωνε ο νους, τούτη τη σκλαβοκαλλιέργεια  που αναθεματιζόταν
από το γλυκοχάραμα κι ως τον αποσπερίτη   , εναποθέτοντας σε βωμό  μόχθους πολύ σκληρούς,
πέταγε την ασπίδα της  κι ανακωχή ζητώντας ,θέριευε τα  τσεμπέλια  ,  όμως με ρόζους και πληγές βαθιές γεμίζοντας τα χέρια.
   Σε τούτες τις μελικκοκιές σκαρφάλωνες μεσημέρια  μα οι τόσες παιδικές φωνές έδιωχναν τα πουλιά.
Κοίτα το δασύλλιο που στέκει σαν ακρίτας περιφρουρώντας το χωριό σαν
πάλαι ποτέ αρχοντόπουλο τη δόξα του   δε χάνει το πρώτο καρδιοχτύπι σου κρατεί καλά κρυμμένο κάτω απ’ των πεύκων τη δροσιά ,
κρατώντας τη σφραγίδα σου  που χάραξες σε ‘κείνο εκεί το δέντρο μα ξέχασες του ρετσινιού  τη διάφανη σταγόνα που έτρεχε   σαν δάκρυ  ακούγοντας  σε  αιώνια αγάπη  να έχεις  ορκιστεί.
Χορό μπροστά στα μάτια σου ,στηνουν οι αναμνήσεις απ’ άλλα χρόνια πιο αγνά,αθώα,μαγικά
κρατώντας την υπόσχεση μια μέρα θα γυρίσεις,τίποτα ίδιο εκτός από τα έρημα παλιά  αρχοντικά.

 
Οι αλάνες τσιμεντώθηκαν τίποτα δεν θυμίζει τους άνισους χωματόδρομους γεμάτους πικροδάφνες ,όλα τόσο αλλιώτικα
μα τόσο αγαπητά.
Γιατί σε τούτα χώματα τις ρίζες σου απλώσαν και μπλέξανε με καπνόριζες και θύμισες βαθιές.
-Που πας;δεν ειν’ εδώ ο τόπος σου ,
σκέφτεσαι σαν τα βλέπεις….
Μα σαν πατάς το χώμα αυτό μια θέρμη αναρριχάται και σκαρφαλώνει πιο ψηλά μιλώντας στην καρδιά,
σαν μάνα που περίμενε το γιο της απ’ τα ξένα κι άνοιξε την αγκάλη της «είσαι εδώ ξανά κι εγώ είμαι εδώ για σένα μαζί με τ’ άλλα μου τα παιδιά».
image

By Ξηρομερίτισσα Posted in AΡΘΡΑ